παραιτητικός
παραιτητικός, deprecatory
παραιτ-ητικός, ή, όν,
- deprecatory, λόγοι ὀργῆς π. words fit for turning away wrath, D.H. Th. 45.
παραιτητικός, ή, όν, propre à détourner par des prières, DH. Thuc. 45.
Étym. παραιτητός.
παραιτητικός, ή, όν, abbittend, verbittend, Sp., wie Dion.Hal. Thuc. 45.