Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρακαθεκτικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραΐσσω
Παραιτακηνός
παραιτέομαι
παραιτέω
παραίτησις
παραιτητέος
παραιτητής
παραιτητικός
παραιτητός
παραιτία
παραίτιος
Παραιτονία
Παραιτόνιον
Παραιτόνιος
παραιφάμενος
παραιφασία
παραιφασίη
παραίφασις
παραιφάσσει
παραιφηλούμεθα
παραιφρονέω
παραιωρέω
παραιώρημα
παραιώρησις
παρακάββαλε
παρακάββαλεν
παρακάββαλον
παρακαθάπτω
παρακαθέζομαι
παρακαθεζόμενος
παρακαθεκτικός
παρακαθεύδω
παρακάθημαι
παρακαθιδρύομαι
παρακαθιδρύω
παρακαθιζάνω
παρακαθίζω
παρακαθίημι
παρακαθιστάνω
παρακαθίστημι
παρακαινοτομέω
παρακαίριος
παράκαιρος
παρακαίρως
παρακαίω
παρακακόω
παρακαλέω
παρακαλλύνω
παρακαλπάζω
παρακάλυμμα
παρακαλύπτω
παρακαμμύω
παρακάμπτω
παρακανθίζω
παρακαταβαίνω
παρακαταβάλλω
παρακατάβασις
παρακαταβολή
παρακαταγωγή
παρακαταζεύγνυμι
παρακαταθάπτω
…
παρακαθεκτικός
Save
Pape
παρακαθεκτικός
, ή, όν,
bei sich zurück- oder festhaltend
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}