παρακέλομαι
παρακέλομαι, call upon
παρακέλομαι,
- call upon, τὰς . . παρεκέκλετʼ ἀοιδαῖς A.R. 4.1668.
παρα·κέλομαι (ao. 2, 3 sg. παρεκέκλετο) exhorter, exciter, A. Rh. 4, 1668.
παρακέλομαι, (κέλομαι), zurufen, aufrufen, Ap.Rh. 4.1668, ἃς παρεκέκλετʼ ἀοιδαῖς.