παρακελητίζω
παρακελητίζω, to ride by
παρακελητίζω, Att. fut. -ιῶ,
- ride by or past, τινα Ar. Pax 901.
παρα·κελητίζω (f. att. ιῶ) chevaucher le long de, acc. Ar. Pax 900.
παρακελητίζω, vorbeireiten, überreiten, Ar. Pax 866, ἵνα δὴ κέλης κέλητα παρακελητιεῖ.
παρακελητίζω
- to ride by or past, τινά Ar.