παρακεκομμένως
παρακεκομμένως, briefly
παρακεκομμένως, Adv.
- briefly, v.l. for περικ- in Sch. Luc. Lex. 3.
παρακεκομμένως, adv. part. perf. pass. von παρακόπτω, zusammengedrängt, kurz, Luc. Lexiph. 4.