Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρακένωσις
παρακένωσις, evacuation
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρακαυλίζω
παράκαυσις
παρακαυτωδόν
παράκειμαι
παρακειμένως
παρακεκαλυμμένως
παρακεκινδυνευμένως
παρακεκλιμένως
παρακεκόαται
παρακεκομμένως
παρακέλευμα
παρακελεύομαι
παρακέλευσις
παρακέλευσμα
παρακελευσματικός
παρακελευσμός
παρακελευστέον
παρακελευστής
παρακελευστικός
παρακελευστός
παρακελεύω
παρακελητίζω
παρακέλομαι
παρακενόω
παρακεντέω
παρακέντημα
παρακέντησις
παρακεντητήριον
παρακεντητής
παρακεντητικός
παρακένωσις
παρακερδαίνω
παρακερκίς
παρακιβδηλεύω
παρακίναιδος
παρακινδύνευμα
παρακινδύνευσις
παρακινδυνευτέον
παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικῶς
παρακινδυνεύω
παρακίνδυνος
παρακινδύνως
παρακινέω
παρακίνημα
παρακινηματικός
παρακίνησις
παρακινητικός
παρακινητικῶς
παρακίρναμαι
παρακιρνάω
παρακίρνημι
παρακίω
παρακλαίω
παρακλάομαι
παράκλασις
παρακλαυθμός
παρακλαυσίθυρον
παρακλάω
παρακλείδιον
παρακλείδιος
…
παρακένωσις
Save
παρακένωσις, evacuation
LSJ
παρακένωσις, εως, ἡ,
evacuation,
Pall.
in Hp.
2.171 D.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}