παρακελευσμός
παρακελευσμός, cheering on, exhorting
παρα-κελευσμός, ὁ,
- = παρακέλευσις I, Th. 4.11, Lys. 2.38, X. Cyr. 3.3.59, etc.
παρακελευσμός, οῦ (ὁ) exhortation, encouragement, Thc. 4, 11 ; Xén. Cyr. 3, 3, 59, etc.
Étym. παρακελεύω.
παρακελευσμός, ὁ, = παρακέλευσις ; Thuc. 4.11 ; μεστὸν τὸ στράτευμα παρακελευσμοῦ, Xen. Cyr. 3.3.59 ; ἐναγώνιος, Pol. 10.11.5 ; Sp.
παρακελευσμός, οῦ, ὁ,
= παρακέλευσις, Thuc., Xen.