Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρακινητικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρακελευστικός
παρακελευστός
παρακελεύω
παρακελητίζω
παρακέλομαι
παρακενόω
παρακεντέω
παρακέντημα
παρακέντησις
παρακεντητήριον
παρακεντητής
παρακεντητικός
παρακένωσις
παρακερδαίνω
παρακερκίς
παρακιβδηλεύω
παρακίναιδος
παρακινδύνευμα
παρακινδύνευσις
παρακινδυνευτέον
παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικῶς
παρακινδυνεύω
παρακίνδυνος
παρακινδύνως
παρακινέω
παρακίνημα
παρακινηματικός
παρακίνησις
παρακινητικός
παρακινητικῶς
παρακίρναμαι
παρακιρνάω
παρακίρνημι
παρακίω
παρακλαίω
παρακλάομαι
παράκλασις
παρακλαυθμός
παρακλαυσίθυρον
παρακλάω
παρακλείδιον
παρακλείδιος
παρακλείω
παρακλέπτω
παρακληΐω
παράκλησις
παρακλητέος
παρακλητεύω
παρακλητήριος
παρακλητικός
παρακλητικῶς
παράκλητος
παρακλήτρια
παρακλήτωρ
παρακλιδόν
παρακλίντωρ
παρακλίνω
παρακλίτης
παρακλύζω
παρακλύω
…
παρακινητικῶς
Save
Bailly 2024
παρακινητικῶς
[
κῑ
]
adv.
avec l’esprit dérangé,
Plut.
Sol.
8
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}