παρακεκαλυμμένως
παρακεκαλυμμένως, concealedly
παρακεκᾰλυμμένως, Adv.
- concealedly, Steph. in Hp. 1.74 D.
παρακεκαλυμμένως [κᾰ] adv. en cachette, Clém. p. 323, etc.
Étym. παρακαλύπτω.
παρακεκαλυμμένως, adv. part. perf. pass. von παρακαλύπτω, verdeckt, Clem.Al. strom. 1.1.13.