παρακίναιδος
παρακίναιδος, (sexual insult) low-life
παρακίναιδος [ῐ], ὁ,
- = κίναιδος, f.l. in D.L. 4.34.
παρα·κίναιδος, ου (ὁ) débauché qui a passé l’âge, DL. 4, 34.
παρακίναιδος, ὁ, = κίναιδος, Diog.L. 4.34.