παρακεκλιμένως Save LSJ Pape παρακεκλῐμένως, = παρακλιδόν, Sch. A.R. 1.757. παρακεκλιμένως, adv. part. perf. pass. von παρακλίνω, = παρακλιδόν, Schol. Ap.Rh. 1.757.