About Report a problem

Menu

παρακλείδιος

παρακλείδιος, false key

παρακλείδιος κλείς, ἡ,
  • false key, Pl.Com. 77.
    • II Subst. παρακλείδιον, τό, lock, POxy. 1269.22 (ii A. D.).

Saved

Recent