Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παροξυντικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρολιγωρητέον
παρολισθαίνω
παρολισθάνω
παρολίσθημα
παρολίσθησις
παρολκή
παρόλκημα
πάρολκος
παρόλου
παρομαρτέω
παρομήρειος
παρομοιάζω
παρομοίϊος
παρόμοιος
παρομοιόω
παρομοίως
παρομοίωσις
παρομολογέω
παρομολογία
παρόμφημα
παρόν
παρονειδίζω
παρονομάζω
παρονομασία
παρονοματοποιέω
παροξίζω
παροξίς
παροξυντέον
παροξυντής
παροξυντικός
παροξυντικῶς
παροξύνω
πάροξυς
παροξυσμός
παροξυτονέω
παροξυτόνησις
παροξύτονησις
παροξυτονητέον
παροξύτονος
παροξυτόνως
παροπαιδία
Παροπαμισάδαι
παροπλίζω
παροπλισμός
παροπτάω
παροπτέος
παρόπτησις
παρόπτομαι
πάροπτος
παρόραμα
παρόρασις
παρορατέον
παρορατικός
παροράω
παροργίζω
παρόργισμα
παροργισμός
παρορέγω
παρόρειος
παρορέω
παρόρθιος
…
παροξυντικῶς
Save
Bailly 2024
παροξυντικῶς,
adv.
de manière à aigrir
ou
à exciter,
Plut.
M.
21
a
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}