παρορατικός
παρορατικός, apt to overlook
παρορ-ᾱτικός, ή, όν,
- apt to overlook, τοῦ συμφέροντος Plu. QConv. 2.716b.
παρορατικός, ή, όν [ρᾱ] qui regarde avec indifférence, insouciant de, gén. Plut. M. 716b.
Étym. παροράω.
παρορατικός, [ρᾱ], ή, όν, zum Uebersehen gehörig, geneigt, τοῦ συμφέροντος, Plut. Symp. 7.10.2.