Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παροξυτονητέον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πάρολκος
παρόλου
παρομαρτέω
παρομήρειος
παρομοιάζω
παρομοίϊος
παρόμοιος
παρομοιόω
παρομοίως
παρομοίωσις
παρομολογέω
παρομολογία
παρόμφημα
παρόν
παρονειδίζω
παρονομάζω
παρονομασία
παρονοματοποιέω
παροξίζω
παροξίς
παροξυντέον
παροξυντής
παροξυντικός
παροξυντικῶς
παροξύνω
πάροξυς
παροξυσμός
παροξυτονέω
παροξυτόνησις
παροξύτονησις
παροξυτονητέον
παροξύτονος
παροξυτόνως
παροπαιδία
Παροπαμισάδαι
παροπλίζω
παροπλισμός
παροπτάω
παροπτέος
παρόπτησις
παρόπτομαι
πάροπτος
παρόραμα
παρόρασις
παρορατέον
παρορατικός
παροράω
παροργίζω
παρόργισμα
παροργισμός
παρορέγω
παρόρειος
παρορέω
παρόρθιος
παρορία
παρορίζω
παρορίνω
παρόριος
παρορισμός
παροριστέον
παροριστής
…
παροξυτονητέον
Save
LSJ
παροξῠτον-ητέον,
= παροξυντέον, Sch.
Il.
21.279.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}