πεδέχω
πεδέχω,
- Aeol. for μετέχω, Alc., Sapph. (v. μετέχω, Pi. Pae. 4.37: aor. inf. πεδασχεῖν Id. Fr. 27; also Dor., Abh.Berl.Akad. 1925(5).21 (Cyrene).
πεδ·έχω, v. μετέχω.
πεδέχω, dor. = μετέχω, Pind. u. Sappho.
πεδέχω (cf. μετέχω.)
- 1share [Κρητ]ῶν μαιομένων ὃς ἀνα[ίνετο] αὐταρχεῖν, πολίων δʼ ἑκατὸν πεδέχειν μέρος ἕβδομον Πασιφάας <σὺν> υἱ[οῖ]σι (σὺν supp. Housman metr. gr.: <ἓξ> e Σ Wil.: ὑ[ές]σιν Schr.) Πα. 4. 37. πεδασχεῖν fr. 27.