πεντηκοντήρης
πεντηκοντ-ήρης, ες,
- f. l. for πεντήρης, Polyaen. 4.11.3.
πεντηκοντ·ήρης, ης, ες, à cinquante rames, Polyen 4, 11, 3.
Étym. π. ἐρέσσω.
πεντηκοντήρης, ες, mit fünfzig Reihen von Ruderbänken versehen (?).