περικατασφάζω
περικατασφάζω, slaughter over
περικατα-σφάζω, aor. -έσφαξα,
- slaughter over, τινὰς περὶ σῶμα Plb. 1.86.6.
περικατασφάζω, auch -σφάττω, darüber-, herumschlachten, περικατέσφαξαν αὐτοὺς περὶ τὸ Σπενδίου σῶμα, Pol. 1.86.6.