περικατάληψις
περικατάληψις, overtaking
περικατά-ληψις, εως, ἡ,
- overtaking, ὑπʼ ἀλλήλων Thphr. HP 7.10.3; cf. περικατάλαμψις.
περικατάληψις, εως (ἡ) action de surprendre de tous côtés, d’envelopper, Th. H.P. 7, 10, 3.
Étym. περικαταλαμβάνω.
περικατάληψις, ἡ, das Ergreifen, Theophr.