περικαταλείπω
περικαταλείπω, leave behind in
περικατα-λείπω,
- leave behind in, κέντρον πληγῇ Nic. Th. 809; f.l. in Plb. 4.63.10 (Pass.).
περι·καταλείπω (ao. 3 sg. poét. περικάλλιπεν) abandonner complètement, délaisser, Nic. Th. 809.
περικαταλείπω, übrig lassen, ἐκ τοῦ περικαταλειφθέντος σίτου, Pol. 4.63.10, was man in περικαταληφθέντος geändert hat.