Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περικάμπτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περικαθαρμός
περικάθαρσις
περικαθαρτήρια
περικαθαρτής
περικαθέζομαι
περικαθεζόμενος
περικάθημαι
περικάθησις
περικαθίεμαι
περικαθίζω
περικάθισις
περικαθίσταμαι
περικαίνυμαι
περικαίω
περικακέω
περικάκησις
περίκακος
περικαλαμῖτις
περικαλινδέω
περικαλίνδησις
περικαλλής
Περικαλλίμαχοι
περικάλλιπεν
περικάλυμμα
περικαλυπτέα
περικαλύπτω
περικαλυφή
περικάμνω
περικαμπή
περικαμπής
περικάμπτης
περικάμπτω
περίκαμψις
περικαπνίζω
περικάππεσε
περικάρδιος
περικαρπιάκανθος
περικάρπιον
περικαρφισμός
περικαταβάλλω
περικαταγματική
περικατάγνυμι
περικατακλάω
περικαταλαμβάνω
περικατάλαμψις
περικαταλείπω
περικατάληπτος
περικατάληψις
περικαταμάσσω
περικαταπίπτω
περικαταρρέω
περικαταρρήγνυμι
περικατάσσομαι
περικαταστρέφω
περικατασφάζω
περικατασφάττω
περικατατίθεμαι
περικατατίθημι
περικαταχέω
περικατεάσσω
περικατέχω
…
περικάμπτης
Save
LSJ
περικάμπ-της,
tergiversator,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}