περικεκαλυμμένως
περικεκαλυμμένως, covertly
περικεκᾰλυμμένως, Adv.
- covertly, Apollon. Lex. s.v. ἐντυπάς, Ascl. in Metaph. 30.9.
περικεκαλυμμένως, adv. part. perf. pass. von περικαλύπτω, verdeckt, Apoll. Lex. Hom.