περικατατίθεμαι
περικατατίθεμαι, put round
περικατα-τίθεμαι, Med.,
- put round one, ἰοδόκην περικάτθετο μίτρῃ A.R. 3.156.
περι·κατατίθεμαι (ao. 2, 3 sg. épq. περικάτθετο) attacher autour, A. Rh. 3, 156.