περικαλυφή
περικαλυφή, wrapping, covering
περι-κᾰλῠφή, ἡ,
- wrapping, covering, Pl. Lg. 942d.
περικαλυφή, ῆς (ἡ) [ᾰῠ] enveloppe, Plat. Leg. 942d.
Étym. περικαλύπτω.
περικαλυφή, ἡ, Umhüllung, σκεπασμάτων, Plat. Legg. XII.942d.