περικαμπή
περικαμπή, bending round
περικαμπ-ή, ἡ,
- bending round, ἐξ ὀλίγου χωρίου τὴν π. ἔχειν a sharp curve, Hp. Art. 46.
περικαμπή, ῆς (ἡ) déviation, Hpc. Art. 811.
Étym. περικάμπτω.
περικαμπή, ἡ, Umbiegung, bei Her. 1.125 f.l.