Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περικινδυνευτικός
περικινδυνευτικός, risky
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περικάτημαι
περικάτω
περικατωτροπή
περίκαυσις
περικαυστέον
περίκαυστος
περικαυστός
περικάω
περικαῶς
περίκειμαι
περικειμένως
περικείρω
περικεκαλυμμένως
περικεκλεισμένως
περικεκομμένως
περικελαδέω
περικέλλιον
περικεντέω
περικεράννυμι
περικεράω
περικερδής
περικεφαλαία
περικεφάλαιος
περικέφαλον
περικέφαλος
περικήδομαι
περικήδω
περίκηλος
περίκηπος
περικίδναμαι
περικινδυνευτικός
περικινέω
περικιόνιος
περικίσναμαι
περικίων
περικλαδεύω
περικλαδής
περικλάζω
περικλαίω
περίκλασις
περικλάω
περικλεής
Περικλέης
Περίκλεια
Περικλείδας
Περικλείδης
περικλεΐζω
Περίκλειος
περίκλεισις
περίκλεισμα
περικλειστικός
περίκλειστος
περικλέϊστος
περικλειτός
Περίκλειτος
περίκλειτρον
περικλείω
περικλῄζω
περικληΐζω
περικλήϊστος
περικληΐω
…
περικινδυνευτικός
Save
περικινδυνευτικός, risky
LSJ
περικινδῡνευτικός, ή, όν,
risky,
Gal.
9.764.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}