περιοπάζω
περιοπάζω, enclose, surround
περιοπάζω,
- enclose, surround, σάρκα (of a nut) περὶ σκύλος αὖον ὀπάζει Nic. Al. 270; θνητοὺς . . κακὸν περὶ γῆρας ὀπάζει Id. Th. 356.