περιομματοποιός
περιομματοποιός, providing with eyes
περιομμᾰτοποιός, όν,
- providing with eyes, τῆς ψυχῆς Iamb. VP 6.31.
περι·ομματο·ποιός, ός, όν [ᾰ] qui ouvre les yeux à, gén. Jambl. V. Pyth. 31.
Étym. π. ὄμμα, ποιέω.
περιομματοποιός, ganz sehen machend, mit Augen versehend, c. gen., Iambl.