Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιφράκτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιφοβέω
περίφοβος
περιφόβως
περιφοινίσσω
περιφοιτάω
περιφοίτησις
περίφοιτος
περιφορά
περιφοράδην
περιφοράριος
περιφόρεια
περιφόρεινος
περιφορέω
περιφόρημα
περιφορητικός
περιφορητός
περιφόρητος
περιφόρινος
περίφορος
περίφορτος
περίφουρνος
περιφραγή
περίφραγμα
περιφραγμέω
περιφραγμός
περιφράγνυμι
περιφραδέως
περιφραδής
περιφράζομαι
περιφράζω
περιφράκτης
περιφράκτισμα
περίφρακτος
περίφραξις
περίφρασις
περιφράσσω
περιφραστικός
περιφράττω
περιφρίσσω
περιφρίττω
περιφρονέω
περιφρόνησις
περιφρονητέος
περιφρονητικός
περιφροσύνη
περιφρουρεύω
περιφρουρέω
περιφρυγής
περιφρύγω
περίφρων
περιφυγή
περιφυής
περιφυλακή
περιφυλάσσω
περιφυλάττω
περιφύρω
περιφυσάω
περιφύσητος
περίφυσις
περιφυτεύω
περίφυτος
…
περιφράκτης
Save
LSJ
περι-φράκτης, ου, ὁ,
=
οἰκοδόμος φραγμῶν,
Aq.
Is.
58.12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}