περιφρόνησις
περιφρόνησις, contempt
περιφρόν-ησις, εως, ἡ,
- contempt, τῶν θεῶν Plu. Cam. 6, Per. 5; τῶν νόμων J. AJ 5.5.2.
περιφρόνησις, εως (ἡ) dédain, Plut. Cam. 6, etc.
Étym. περιφρονέω.
περιφρόνησις, ἡ, Ueberlegung (?), – Verachtung, καὶ ὀλιγωρία, Plut. de aud. poet. 7 u. öfter, mit der v.l. περιφροσύνη.
περιφρόνησις
from περιφρονέω
περιφρόνησις, εως,
- contempt, Plut.