περιφραγή Save LSJ Bailly 2024 Pape περιφρᾰγ-ή, ἡ, = sq. [περίφραγμα], Gp. 11.5.4. περιφραγή, ῆς (ἡ) c. περίφραγμα, Geop. 11, 5, 4. περιφραγή, ἡ, = περίφραγμα, Geop.