περιφρυγής
περιφρυγής, parching, wasting
περιφρῠγής, ές,
- parching, wasting, μαρασμός Philipp. ap. Gal. 7.686.
- II parched, Alex.Trall. Febr. 4.
- III Adv. -γῶς, καυσούμενοι Sever. Clyst. p.25 D.
περιφρυγής, ής, ές [ῠ] rôti ou brûlé, Gal. 7, 686.
Étym. περιφρύγω.
περιφρυγής, ές, ganz, sehr ausgedörrt, Sp.