περιφρουρεύω Save LSJ Bailly 2024 Pape περιφρουρ-εύω, = sq., Opp. H. 4.233. περι·φρουρεύω, c. le suiv. Opp. H. 4, 233. περιφρουρεύω, = περιφρουρέω, Opp. Hal. 4.233.