πηγανόεις
πηγανόεις, of rue
πηγαν-όεις, εσσα, εν,
- of rue, ὄραμνοι Nic. Al. 154.
πηγανόεις, όεσσα, όεν [ᾰ] de rue, Nic. Al. 154.
Étym. πήγανον.
πηγανόεις, εσσα, εν, von Raute, Nic. Al. 154.
πηγανόεις, of rue