Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πηγάσειος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πεφυώς
πεφυῶτας
πέχαρι
πέψις
πεώδης
πῃ
πη
πῆ
πῇ
πή
πῄ
πηγάζω
Πηγαί
πηγαῖος
πηγαίως
πηγάνειος
πηγανέλαιον
πηγανηρά
πηγανηρός
πηγανίζω
πηγάνινος
πηγάνιον
πηγανίτης
πηγανίτης οἶνος
πηγανῖτις
πηγανόεις
πήγανον
πηγανόσπερμον
πηγανώδης
πηγάς
Πηγάσειος
Πηγασίς
Πήγασος
Πηγασταγών
πηγεσίμαλλος
πηγετός
πηγή
πηγίδιον
πηγιμαῖος
πηγίον
πῆγμα
πηγμάτιον
πήγνυμι
πήγνυσις
πηγνύω
πηγόβρυτος
πηγόμαλλος
πηγόρρυτος
πηγός
πηγυλίς
πῆδα
Πήδαιον
Πήδαιος
πηδάλιον
Πηδάλιον
πηδαλιόομαι
πηδαλιουργική
πηδαλιουχέω
πηδαλιουχία
πηδαλιοῦχος
πηδαλιώδης
…
Πηγάσειος
Save
Bailly 2024
Πηγάσειος,
α, ον
[
ᾰ
] de Pégase,
Ar.
Pax
76
.
Étym.
Πήγασος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}