πηγανόσπερμον
πηγανόσπερμον, rue-seed
πηγᾰνόσπερμον, τό,
- rue-seed, Gp. 8.30.
πηγανό·σπερμον, ου (τὸ) [ᾰ] graine de rue, Geop. 8, 30.
Étym. πήγανον, σπέρμα.
πηγανόσπερμον, τό, Rautensamen, Geop.
πηγανόσπερμον, rue-seed