πηγεσίμαλλος
πηγεσίμαλλος, thick-fleeced
πηγεσίμαλλος [ῐ], ον,
- thick-fleeced, ἀρνειός Il. 3.197; cf. πηγός.
πηγεσί·μαλλος, ος, ον [ῐ] à l’épaisse toison, Il. 3, 197.
Étym. πήγνυμι, μαλλός.
πηγεσίμαλλος, dichtwollig, mit dichtwolligem Vließe, ἀρνειός, Il. 3.197 ; nach Eust. wollten es Andere »schwarzwollig« erklären.
πηγεσίμαλλος
[πηγεσι-, πήγνυμι + μαλλός, a lock of wool.]
Thick-fleeced Il. 3.197.
πηγεσίμαλλος (πήγνῡμι): thickfleeced, Il. 3.197†.
πηγεσίμαλλος
πηγεσί-μαλλος, ον,
- thick-fleeced, ἀρνειός Il.