Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλησμονωδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλησιαστός
πλησίγναθος
πλησιέστατος
πλησιέστερος
Πλησίμαχος
πλησίμοχθος
πλησίνη
πλησιογείτων
πλησιοθάλαττος
πλησιόθεος
πλησίοικος
πλησίον
πλησίος
πλησιότης
πλησιόχωρος
πλῆσις
πλησισέληνος
πλησίστιος
πλησιφάεις
πλησιφαής
πλησίφως
πλησιφωτέω
πλησίφωτος
πλῆσμα
πλήσμη
πλήσμιος
πλησμίως
πλησμονή
πλησμονικός
πλησμονώδης
πλησμονωδῶς
πλήσσω
πληστεύομαι
πληστεύω
πλήστιγξ
πλῆστιγξ
πλήτης
πλητίς
πλῆτις
πλῆτο
πλήτομον
πλῆτρον
πλήττω
πλήων
πλῄων
πλίγμα
πλίκιον
πλινθάριον
πλινθεία
πλινθεῖον
πλίνθευμα
πλίνθευσις
πλινθευτής
πλινθεύω
πλινθηγέω
πλινθηδόν
πλινθήϊον
πλινθία
πλινθιακός
πλινθίδιον
πλινθικός
…
πλησμονωδῶς
Save
Bailly 2024
πλησμονωδῶς,
adv.
de manière à remplir
ou
à rassasier,
Gal.
19, 5
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}