πολιτοκοπία
πολῑτο-κοπία, ἡ,
- = δημοκοπία, Sannyr. 7.
πολιτοκοπία, ας (ἡ) [ῑτ] action de capter la faveur de ses concitoyens, Com. (Com. Att. fr. 1, 794 Kock).
Étym. v. le préc.
πολιτοκοπία, [λῑ], ἡ, = δημοκοπία, Poll. 9.26.