πολυδαισία
πολυδαισία, eating much
πολῠ-δαισία, ἡ,
- eating much, Suid. s.v. Ἀπίκιος; cf. πολυποσία.
πολυδαισία, ἡ, das Vielessen, Suid.
πολυδαισία, eating much