πολυπένθιμος Save Bailly 2024 Pape πολυ·πένθιμος, ος, ον [ῠῐ] très affligé, très triste, Anth. 7, 475. Étym. π. πένθος. πολυπένθιμος, = πολυπενθής, sehr betrauert, Diotim. 7 (VII.475).