πολυπίδακος
πολυ·πίδακος, ος, ον [ῠῑᾰ] aux nombreuses sources, Hh. Ven. 54 ; Cypr. (Ath. 682f).
Étym. πολυπῖδαξ.
πολυπίδακος, = πολυπίδαξ, H.h. Ven. 54 u. sp.D., wie bei Ath. XV.682f.
πολυπίδακος
πολυ-πί_δᾰκος, ον,
= πολῠπῖδαξ, Hhymn.