πολυπλασίων
πολυπλᾰσί-ων, ον, gen. ονος,
- = πολλαπλασίων, Isoc. 15.177 codd., SIG 711L 11 (Delph., ii B.C.), Them. Or. 15.186b.
πολυ·πλασίων, ονος (ὁ, ἡ) [ᾰ] c. le préc. Isocr. Antid. 188.
πολυπλασίων, = πολλαπλασίων, Sp., zw.