πολυπλάσιος
πολυπλᾰσι-ος, α, ον,
- = πολλαπλάσιος, AP 6.152 (Agis), LXX 2 Ma. 9.16, Alex.Aphr. de An. 123.33, Them. Or. 6.74c.
πολυ·πλάσιος, α, ον [ᾰ] c. πολλαπλάσιος, Anth. 6, 152.
πολυπλάσιος, = πολλαπλάσιος, als v.l. Arist. anal. post. 1.12, LXX.
πολυπλάσιος
πολυ-πλάσιος, α, ον
late for πολλαπλάσιος, Anth.