πολυπλασιάζω
πολυπλασιάζω, multiply
πολυπλᾰσι-άζω, later form for πολλαπλ-,
- multiply, LXX De. 8.1 (Pass.), Gal. 10.352, Hdn. 8.2.4 (Pass.), Jul. Or. 4.139a (Pass.), Them. Or. 21.261a; τι ἐπί τι Phlp. in Mete. 15.10; τὸ βάθος Ael. Tact. 8.2.
πολυπλασιάζω [ᾰσ] c. πολλαπλασιάζω, Plut. M. 388d ; Hdn 8, 2.
Étym. πολυπλάσιος.
πολυπλασιάζω, = πολλαπλασιάζω, Sp., wie Plut. u. LXX.