πολύπλανος
πολύ-πλᾰνος, ον,
- = πολυπλανής, πλάναι A. Pr. 585 (lyr.); κόραι E. Ph. 661 (lyr.), cf. AP 6.69 (Maced.): in late Prose, Paul.Al. M. 3.
πολύ·πλανος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Eschl. Pr. 585 ; Eur. Ph. 661 ; Anth. 6, 69.
πολύπλανος, = πολυπλανής ; πλάναι, Aesch. Prom. 587 ; κόραι, Augen, Eur. Phoen. 665.
πολύπλανος
πολύ-πλᾰνος, ον,
= πολυπλανής, Aesch., Eur.