πολυσπείρητος
πολυσπείρητος, with many coils
πολυ-σπείρητος, ον, (σπεῖρα)
- with many coils, ἑρπηστήρ Nonn. D. 40, 482.
πολυ·σπείρητος, ος, ον, c. le suiv. Nonn. D. 40, 482.
πολυσπείρητος, with many coils