Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυσπόρως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυσκελής
πολυσκεπής
πολύσκεπτος
πολύσκηπτρος
πολύσκιος
πολυσκόπελος
πολύσκοπος
πολυσκόπος
πολύσκυλαξ
πολυσκύλαξ
πολυσκώμμων
πολυσμάραγος
πολύσμηνος
πολύσοφος
πολυσπαθής
πολύσπαστον
πολύσπαστος
πολυσπείρητος
πολύσπειρος
πολυσπέρεια
πολυσπερής
πολυσπέρματος
πολυσπερμία
πολύσπερμος
πολυσπερχής
Πολυσπέρχων
πολυσπιλάς
πολυσπλαγχνία
πολύσπλαγχνος
πολύσπορος
πολυσπόρως
πολυσπούδαστος
πολυσταγής
πολυσταγῶς
πολυστάδιος
πολυστακτί
πολυστασίαστος
πολύστατος
πολυστάφυλος
πολύσταχυς
πολυστεγής
πολύστεγος
πολύστειβος
πολύστεινος
πολύστειος
πολυστελέχης
πολυστέλεχος
πολυστένακτος
πολύστεπτος
πολυστέφανος
πολυστεφής
πολύστημος
πολυστιβία
πολύστιβος
πολύστικτος
πολύστιος
πολύστιπτος
πολυστιχία
πολύστιχος
πολυστοιχία
πολύστοιχος
…
πολυσπόρως
Save
Bailly 2024
πολυσπόρως,
adv.
avec fertilité,
Sext.
M.
5, 58
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}