πολύσπλαγχνος
πολύσπλαγχνος, of great mercy
πολύ-σπλαγχνος, ον,
- of great mercy, Ep.Jac. 5.11.
πολύ·σπλαγχνος, ος, ον, très miséricordieux, NT. Jac. 5, 11.
Étym. π. σπλάγχνον.
πολύσπλαγχνος, sehr mitleidig, NT u. K.S.
Strong 4184
*†
very pitiful: Ja 5:11.†
πολύσπλαγχνος
πολύ-σπλαγχνος, ον,
- of great mercy, NTest.