πολυσπέρματος Save LSJ Bailly 2024 πολυ-σπέρμᾰτος, ον, = πολύσπερμος, Thphr. HP 7.3.4. πολυ·σπέρματος, ος, ον [ᾰ] c. πολύσπερμος, Th. H.P. 7, 3, 4.